βλασφημία

ἡ βλασφημία богохульство

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "βλασφημία" в других словарях:

  • βλασφημία — βλασφημίᾱ , βλασφημία word of evil omen fem nom/voc/acc dual βλασφημίᾱ , βλασφημία word of evil omen fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλασφημίᾳ — βλασφημίαι , βλασφημία word of evil omen fem nom/voc pl βλασφημίᾱͅ , βλασφημία word of evil omen fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλασφημία — Η βλαστήμια· η εκδήλωση περιφρόνησης για τον Θεό και γενικότερα τα θεία (ό,τι θεωρείται ιερό για τη θρησκεία), που γίνεται δημόσια. Στην Ελλάδα τιμωρείται τόσο όταν γίνεται με δόλο (κακοβούλως) όσο και όταν γίνεται ανύποπτα, με διαφορά ως προς το …   Dictionary of Greek

  • βλασφημία — [власфимима] ουσ. Θ. богохульство …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βλασφημία — η βλ. βλαστήμια, η …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βλασφημίας — βλασφημίᾱς , βλασφημία word of evil omen fem acc pl βλασφημίᾱς , βλασφημία word of evil omen fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλασφημίαι — βλασφημία word of evil omen fem nom/voc pl βλασφημίᾱͅ , βλασφημία word of evil omen fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλασφημίαν — βλασφημίᾱν , βλασφημία word of evil omen fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Богохуление — (βλασφημια, blasphemia) непочтение к Богу, выражаемое дерзкими словами или какими нибудь поступками. Оно как особенно тяжкое преступление, по Закону Моисееву, подлежало для природного еврея и для чужеземца смертной казни, которая совершалась… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • βλασφημιῶν — βλασφημία word of evil omen fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλασφημίαις — βλασφημία word of evil omen fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.